> Γενικοί όροι ασφάλισης

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΛΛΗΛΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΧΡΗΣΕΩΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΙ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΣΥΝ. Π.Ε
ΕΔΡΑ : Γιαννιτσών 244, Δήμος Αμπελοκήπων/Μενεμένης
ΑΦΜ 999829316, Δ.Ο.Υ ΕΥΟΣΜΟΥ
ΤΗΛ. 2310-544005 , Fax : 2310-544655
e-mail info@2alsyn.gr
ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ
Άρθρο 1.
Κατά την έννοια του παρόντος:
α) Αυτοκίνητο όχημα είναι το επί του εδάφους και όχι επί τροχιών με μηχανική δύναμη ή με ηλεκτρική ενέργεια κινούμενο όχημα, ανεξάρτητα αριθμού τροχών. Ως αυτοκίνητο θεωρείται και κάθε ρυμουλκούμενο όχημα συζευγμένο μετά του κυρίως αυτοκινήτου, ή μη ως και ποδήλατο εφοδιασμένο με βοηθητικό κινητήρα.
β) Ασφαλισμένος , ή λήπτης της ασφάλισης , είναι το πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.
γ) Ζημιωθέν πρόσωπο είναι το πρόσωπο το οποίο δικαιούται αποζημιώσεως ένεκα ζημίας που προξενήθηκε από αυτοκίνητο.
δ) Ασφαλιστής είναι η ασφαλιστική επιχείρηση που καλύπτει τον κίνδυνο ως και τα Επικουρικό Κεφάλαιο και Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης.
ε) Τόπος συνήθους στάθμευσης αυτοκινήτου οχήματος είναι:
Το έδαφος του κράτους του οποίου το όχημα φέρει πινακίδα κυκλοφορίας, ανεξάρτητα από το αν η πινακίδα είναι μόνιμη ή προσωρινή, ή στις περιπτώσεις που το αυτοκίνητο όχημα δεν φέρει πινακίδες κυκλοφορίας ή φέρει πινακίδες που δεν αντιστοιχούν ή δεν αντιστοιχούν πλέον στο αυτοκίνητο όχημα και αυτό εμπλέκεται σε ατύχημα, το έδαφος του κράτους στο οποίο συνέβη το ατύχημα.
Στην περίπτωση που δεν προβλέπεται καταχώρηση σε μητρώο για ορισμένα αυτοκίνητα τα οποία όμως φέρουν πιστοποιητικό ασφάλισης ή διακριτικό σήμα ανάλογο με την πινακίδα κυκλοφορίας, τόπος συνήθους στάθμευσης
2
θεωρείται το έδαφος του Κράτους στο οποίο εκδόθηκε το ανωτέρω σήμα ή πιστοποιητικό.
Στην περίπτωση που δεν προβλέπεται για ορισμένα αυτοκίνητα, ούτε καταχώρηση σε μητρώα, ούτε πιστοποιητικό ασφάλισης, ούτε διακριτικό σήμα, τόπος συνήθους στάθμευσης θεωρείται το έδαφος του Κράτους της κατοικίας του κατόχου αυτών.
στ. Ασφάλιση με καθεστώς Ελεύθερης Παροχής Υπηρεσιών στην Ελλάδα, σημαίνει κάλυψη του κινδύνου της αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα εξαιρουμένης της ευθύνης του μεταφορέα από ασφαλιστική επιχείρηση που έχει έδρα σε άλλο κράτος - μέλος ή υποκατάστημα ή πρακτορείο της επιχείρησης αυτής σε άλλο κράτος - μέλος.
ζ) Αντιπρόσωπος για τον διακανονισμό ζημιών είναι το πρόσωπο που έχει διορισθεί στην Ελλάδα από ασφαλιστική επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ.
η) ‘Οργανισμός Αποζημίωσης" ορίζεται το "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης.
θ) Κέντρο Πληροφοριών είναι οργανική μονάδα της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης
ι) Ενοποιημένη Συμφωνία του Συμβουλίου των Γραφείων Διεθνούς Ασφάλισης (Internal Regulations of the Council of Bureaux - Reglement General du Conseil des Bureaux, L 192/23 - 31.7.2003), είναι η συμφωνία η οποία, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 2 της οδηγίας 72/166/ΕΚ του Συμβουλίου της 24ης Απριλίου 1972 (L103), ενσωμάτωσε και αντικατέστησε, από την 1η Αυγούστου 2003, δυνάμει της από 28/7/2003 απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (L 192), το σύνολο των διατάξεων της Σύμβασης Ενιαίου Τύπου μεταξύ Γραφείων και της Πολυμερούς Σύμβασης Εγγυήσεως.
ΑΡΘΡΟ 2
Η υποχρέωση ασφάλισης υφίσταται διαρκώς από τη χορήγηση της αδείας κυκλοφορίας και των πινακίδων κυκλοφορίας, χωρίς να εξαρτάται από την εν τοις πράγμασι κίνηση ή λειτουργία του αυτοκινήτου, εκτός αν έχει τηρηθεί η διαδικασία της ακινησίας.
Άρθρο 3
1. Η ασφαλιστική κάλυψη: Α. Αρχίζει μόνον με την καταβολή ολόκληρου του οφειλομένου ασφαλίστρου στον ασφαλιστή, πριν από την οποία απαγορεύεται η παράδοση του ασφαλιστηρίου στον ασφαλισμένο ή τον λήπτη της ασφάλισης, Β. ισχύει για όσο χρόνο ορίζεται στο ασφαλιστήριο, και Γ. αποδεικνύεται, έναντι των οργάνων που είναι αρμόδια για την επιβολή των κυρώσεων από την κατοχή του ασφαλιστηρίου, το οποίο αποστέλλει ο ασφαλιστής στον ασφαλισμένο ή τον λήπτη της ασφάλισης εντός πέντε (5) ημερών από την είσπραξη του ασφαλίστρου. Δ. Σε περίπτωση ελέγχου από όργανα, που είναι αρμόδια για την επιβολή των κυρώσεων, εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος των πέντε (5) ημερολογιακών ημερών αρκεί η προσκόμιση της απόδειξης πληρωμής του απαιτούμενου ποσού ασφάλισης του οχήματος.
2. Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αντιτάξει τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από την επομένη της ημερομηνίας , που ορίζεται με το ασφαλιστήριο, ότι λήγει η ισχύς της, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή ενημέρωση του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου.
3. Ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης επιτρέπεται μόνον μετά την εμπρόθεσμη καταβολή του ασφαλίστρου της επόμενης ασφαλιστικής περιόδου, το αργότερο έως την λήξη της ισχύουσας ασφαλιστικής σύμβασης.
4. Η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει σε πραγματικό χρόνο το Κέντρο Πληροφοριών για την έναρξη και τη διάρκεια ισχύος κάθε νέας ασφαλιστικής σύμβασης και κάθε ανανέωση αυτής.
Άρθρο 4
1.Η ασφάλιση καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστιθέντος για την οδήγηση ή υπευθύνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Εξαιρείται η αστική ευθύνη των προσώπων που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή ή βία και αυτών που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως.
2.Η ασφαλιστική κάλυψη περιλαμβάνει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξαιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη, καθώς και την αστική ευθύνη λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών έναντι των μελών της οικογένειας του ασφαλισμένου, οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου του οποίου η αστική ευθύνη καλύπτεται σύμφωνα με τον νόμο και τα συμφωνηθέντα , ανεξάρτητα από δεσμό συγγενείας.
Η ασφαλιστική κάλυψη επίσης περιλαμβάνει και την αστική ευθύνη του κυρίου ή κατόχου έναντι τρίτων σε περίπτωση αυτοκινήτων που έχουν, είτε κλαπεί, είτε αποκτηθεί με χρήση βίας.
Τα πράγματα που μεταφέρονται με το ίδιο αυτοκίνητο εξαιρούνται της υποχρεωτικής ασφάλισης (84/5/ΕΟΚ Αρ. 3, Αρ. 2 παραγρ. 2).
Εξαιρείται της κάλυψης η αστική ευθύνη έναντι προσώπων τα οποία συγκατατέθηκαν να μεταφερθούν με αυτοκίνητο, εφ` όσον ο ασφαλιστής αποδείξει ότι γνώριζαν ότι το αυτοκίνητο αφαιρέθηκε από το νόμιμο κάτοχό του με αθέμιτα μέσα ή χρησιμοποιείται προς εκτέλεση εγκληματικής πράξης. (84/5/ΕΟΚ Αρ. 2, παράγρ. 1, εδαφ. 2).
Αν προκληθεί ατύχημα από ρυμουλκό όχημα που συνδέεται με ρυμουλκούμενο, οι ασφαλιστές του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου οχήματος, αντίστοιχα, ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι των ζημιωθέντων τρίτων. Η ευθύνη των ασφαλιστών αυτών περιορίζεται μέχρι του ασφαλιστικού ποσού των σχετικών συμβάσεων, επιφυλασσομένου σε αυτούς του δικαιώματος της εκατέρωθεν αναγωγής για την κατανομή της ζημίας.
Ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα, κατά την τιμολόγηση των υπηρεσιών του, όταν συνάπτεται ή ανανεώνεται η σύμβαση ασφάλισης, να επιβάλλει επιπλέον ασφάλιστρο με βάση τα αναφερόμενα στο νόμο και τα συμφωνηθέντα.
Αν το αυτοκίνητο πρόκειται να εκτεθεί σε ειδικούς κινδύνους αστικής ευθύνης, η ασφαλιστική κάλυψη περιλαμβάνει και αυτούς, μόνο όταν εκδοθεί ειδικό πιστοποιητικό ασφάλισης. Η υποχρέωση αυτή ισχύει ιδίως για την περίπτωση που το αυτοκίνητο πρόκειται να μετέχει σε αγωνίσματα που επάγονται ειδικούς κινδύνους, ως αγώνες ή διαγωνισμοί ταχύτητας ακριβείας ή δεξιοτεχνίας (ειδική κάλυψη).
Από 1ης Ιουνίου 2012 τα ελάχιστα ποσά ασφαλιστικής κάλυψης δεν μπορεί να ορίζονται κατώτερα από αυτά που προβλέπονται ακολούθως:
α) Σε περίπτωση σωματικής βλάβης 1.000.000 ευρώ, ανά θύμα.
β) Σε περίπτωση υλικής ζημιάς 1.000.000 ευρώ, ανά ατύχημα, ανεξάρτητα από
τον αριθμό των θυμάτων.
Ο ασφαλιστής υποχρεούται, το αργότερο, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ο ζημιωθείς κοινοποίησε την αίτηση αποζημίωσης είτε απευθείας στην ασφαλιστική επιχείρηση του υπαιτίου του ατυχήματος είτε στον αντιπρόσωπο για το διακανονισμό των ζημιών:
α. Να υποβάλει «έγγραφη» αιτιολογημένη προσφορά αποζημίωσης σε περίπτωση που η ευθύνη δεν αμφισβητείται και η ζημιά έχει αποτιμηθεί.
β. Να υποβάλει «έγγραφη» αιτιολογημένη απάντηση επί των σημείων που περιέχονται στην αίτηση, στην περίπτωση που η ευθύνη αμφισβητείται ή δεν έχει ακόμη διαπιστωθεί σαφώς ή σε περίπτωση που η ζημιά δεν έχει αποτιμηθεί πλήρως.
Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα
της Κυβέρνησης (ΤΑΕ και ΕΠΕ) καθορίζονται οι γενικοί όροι του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που καλύπτει την αστική ευθύνη από ατυχήματα, τηρουμένης της διαδικασίας του άρθρου 30 του Ν.Δ. 400/1970 , οι οποίοι αποτελούν συνέχεια και αναπόσπαστο μέρος της παρούσας .
Άρθρο 5
Όπου προβλέπεται έγγραφη επικοινωνία του ασφαλιστή με τον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο ή τον δικαιούχο αποζημίωσης, η επικοινωνία αυτή μπορεί να γίνεται είτε με επιστολή είτε με ηλεκτρονική αλληλογραφία ή τηλεομοιοτυπία ή με αποστολή μηνύματος σε συσκευή κινητής τηλεφωνίας, σε στοιχεία επικοινωνίας που οι τελευταίοι έχουν δηλώσει εγγράφως ή με νόμιμα ηχογραφημένη συνομιλία ότι επιθυμούν μέσω αυτών να συναλλάσσονται με τον ασφαλιστή.
Άρθρο 6
1. Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται:
α) από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί
β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999, ΦΕΚ 57 Α`), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Αν το αυτοκίνητο όχημα που εμπλέκεται στο ατύχημα ανήκει κατά κυριότητα σε επιχείρηση εκμίσθωσης επιβατικών αυτοκινήτων οχημάτων, το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή ασκείται μόνο κατά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου οχήματος, εφόσον υφίσταται έγκυρο μισθωτικό έγγραφο
γ) από αυτοκίνητο όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.
2. Ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του έναντι των ζημιωθέντων
τρίτων, προβάλλοντας τις εξαιρέσεις των προηγούμενων παραγράφων, οι οποίες ισχύουν αποκλειστικά στο πλαίσιο της σχέσης του με τον ασφαλισμένο.
Άρθρο 7.
Δεν θεωρούνται τρίτοι, κατά την έννοια του νόμου και της παρούσας :
α) Ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε την ζημιά.
β) Κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με την σύμβαση ασφάλισης.
γ) Εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την Ασφαλιστική σύμβαση.
δ) Οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ή εταιρείας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα". (84/5/ΕΟΚ αρ. 3).
Άρθρο 8
1. Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα του αυτοκινήτου οχήματος αιτία θανάτου, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του κληρονομούμενου από την ασφάλιση, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στον κληρονόμο, εκτός αν αυτός ειδοποιήσει εγγράφως τον ασφαλιστή για τη μη αποδοχή τους εντός τριάντα (30) ημερών από τη γνώση της επαγωγής της κληρονομιάς και του λόγου της.
2. Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα ή η κατοχή του αυτοκινήτου οχήματος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, η Ασφαλιστική σύμβαση λύεται αυτοδικαίως μετά την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία της μεταβίβασης. Η λύση της σύμβασης ισχύει έναντι πάντων, χωρίς να απαιτείται εκ μέρους του ασφαλιστή οποιαδήποτε ενέργεια.
3. Αν, μετά τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου οχήματος κατά την προηγούμενη παράγραφο, συναφθεί νέα Ασφαλιστική σύμβαση για το ίδιο αυτοκίνητο όχημα, η
υφιστάμενη ασφαλιστική σχέση παύει να ισχύει και μόνος υπεύθυνος έναντι των
ζημιωθέντων τρίτων είναι ο τελευταίος ασφαλιστής.
Άρθρο 9
1. Ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος υποχρεούνται να δηλώνουν στονασφαλιστή κάθε ατύχημα που αφορά το ασφαλισμένο αυτοκίνητο όχημα αμέσως, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και το αργότερο εντός οκτώ (8) εργάσιμων ημερών, αφότου έλαβαν γνώση του ατυχήματος.
2. Ο ασφαλισμένος υποχρεούται να προβαίνει σε κάθε δυνατή ενέργεια για τον περιορισμό της ζημίας και να παρέχει στον ασφαλιστή κάθε πληροφορία και έγγραφο που προβλέπονται στο ασφαλιστήριο. Ομοίως, υποχρεούται να παρέχει στον ασφαλιστή, εφόσον του ζητηθεί, κάθε άλλη πληροφορία και έγγραφο που είναι στη διάθεση του και κρίνονται αναγκαία στο πλαίσιο δίκης την οποία διεξάγει ή προτίθεται να διεξαγάγει ο ασφαλιστής.
3. Σε περίπτωση υπαίτιας παράβασης των υποχρεώσεων που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος μπορεί να υποχρεωθούν, με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου, να καταβάλουν στον ασφαλιστή αποζημίωση μέχρι του ποσού δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
4. Η καταβολή στον ασφαλισμένο ή τον ζημιωθέντα τρίτο ή η επιστροφή σε αυτούς οφειλόμενου ποσού που υπερβαίνει τα εκατό (100) ευρώ γίνεται με την έκδοση δίγραμμης επιταγής στο όνομα του ή με την κατάθεση σε τηρούμενο από αυτόν τραπεζικό λογαριασμό. Με τον ίδιο τρόπο καταβάλλεται από τον ασφαλιστή η αμοιβή που οφείλεται στον δικηγόρο, σε περίπτωση που η καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης γίνεται σε εκτέλεση δικαστικής απόφασης ή αποτελεί προϊόν εξωδικαστικού συμβιβασμού.
Άρθρο 10.
1. Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή.
2. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο πέντε (5) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής.
3. Σε περίπτωση που έχουν ζημιωθεί περισσότερα πρόσωπα όταν το σύνολο των αποζημιώσεων που πρέπει να καταβληθούν από τον υπαίτιο υπερβαίνει το ασφαλιστικό ποσό, το δικαίωμα καθενός από αυτούς κατά του ασφαλιστή περιορίζεται σύμμετρα, μέχρι τη συμπλήρωση του όλου ασφαλιστικού ποσού. Αν ο ασφαλιστής, ο οποίος αγνοεί την ύπαρξη ή το μέγεθος άλλων απαιτήσεων ή μετά από δικαστική απόφαση, κατέβαλε σε κάποιο από τα πρόσωπα αυτά ποσό ανώτερο από το μερίδιο που αναλογεί σ` αυτόν, ο
ασφαλιστής υποχρεούται έναντι των λοιπών ζημιωθέντων μόνο μέχρι τη συμπλήρωση του ασφαλιστικού ποσού. Τα πρόσωπα αυτά έχουν δικαίωμα αναγωγής κατά αυτού που αποζημιώθηκε καθ` υπέρβαση.
Άρθρο 11
Αν υπάρχουν διαδοχικές ασφαλίσεις, ισχύει μόνο η τελευταία και αποκλειστικά υπόχρεος για την καταβολή της αποζημίωσης στον ζημιωθέντα τρίτο είναι ο τελευταίος ασφαλιστής. Οι προγενέστερες ασφαλίσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες, χωρίς να απαιτείται γνωστοποίηση ή καταγγελία.
Άρθρο 12
Πρόωρη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης
1. Τα μέρη που συμβάλλονται στην ασφαλιστική σύμβαση μπορούν να λύουν αυτήν, οποτεδήποτε, με έγγραφη συμφωνία.
2. Ο λήπτης της ασφάλισης ή/και ο ασφαλισμένος μπορούν να καταγγέλλουν την ασφαλιστική σύμβαση οποτεδήποτε, με επιστολή που αποστέλλεται είτε με μορφή τηλεομοιοτυπίας είτε ηλεκτρονικά, στα στοιχεία επικοινωνίας που αναγράφει η ασφαλιστική επιχείρηση στην επίσημη ιστοσελίδα της και στα κάθε είδους έντυπά της. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη επέρχονται άμεσα από την ημερομηνία περιέλευσης αυτής στην ασφαλιστική επιχείρηση.
3. Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί, με επιστολή, να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση μόνο για παράβαση ουσιώδους όρου αυτής από τον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο και βαρύνεται με την απόδειξη της παράβασης. Με τη δήλωση της καταγγελίας, η οποία απευθύνεται στο λήπτη της ασφάλισης ή/και τον ασφαλισμένο, γνωστοποιείται ότι, η μη συμμόρφωσή τους με
τον παραβιασθέντα ουσιώδη όρο εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της καταγγελίας, επιφέρει τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης.
4. Η επιστολή της προηγούμενης παραγράφου αποστέλλεται στη διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο.
Ως κατοικία ή διαμονή, θεωρείται και η τελευταία διεύθυνση που ο λήπτης της ασφάλισης ή/και ο ασφαλισμένος δήλωσε εγγράφως στην ασφαλιστική επιχείρηση. Τα αποτελέσματα της επιστολής επέρχονται ανεξάρτητα από την άρνηση του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου να παραλάβουν αυτή ή τη μη ανεύρεσή τους στις διευθύνσεις κατοικίας, ή διαμονής ή τη μη προσέλευσή τους στο ταχυδρομείο για την παραλαβή της.
5. Σε κάθε περίπτωση πρόωρης λήξης της ισχύος της σύμβασης ασφάλισης σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου, η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει σχετικά το Κέντρο Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου. Ειδικά στην περίπτωση της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, η ενημέρωση δεν μπορεί να γίνει νωρίτερα από την 30ή ημέρα από την αποστολή της σχετικής επιστολής. Η ασφαλιστική επιχείρηση δύναται να αντιτάξει έναντι του
τρίτου ζημιωθέντος τη λύση της σύμβασης ασφάλισης μόνον μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από την ενημέρωση των προηγούμενων εδαφίων.
Άρθρο 13
Ο ασφαλιστής έχει την δυνατότητα να αναλαμβάνει υπό την ευθύνη του και τις οδηγίες του , στο όνομα του ασφαλιζόμενου , κάθε δίκη , που σχετίζεται με το καλυπτόμενο όχημα. Δικαιούται επίσης να προβαίνει κατά περίπτωση , σε αναγνώριση της ευθύνης του ασφαλισμένου και να συμβιβάζεται για λογαριασμό του , εντός των ορίων του ασφαλιζόμενου ποσού .
Άρθρο 14
Για κάθε διαφορά , που θα προκύψει από την παρούσα , αρμόδια είναι τα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης , και εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ελληνικό ....
© Copyright 2019 - ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΛΛΗΛΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ

Ιδρύθηκε με σκοπό την παροχή σύγχρονων αντασφαλιστικών υπηρεσιών στα μέλη του, σε ένα απαιτητικό και συνεχώς μεταβαλλόμενο οικονομικό περιβάλλον, όπως αυτό της Ιδιωτικής αντασφάλισης.